το παρακάτω άρθρο δημοσιεύτηκε στο Έναυσμα #33 και αναδημοσιεύεται σήμερα με αφορμή την πρόσφατη εκδήλωση στο "Εκτός των τειχών"

«Έβαλα σε αυτή την ταινία όλα όσα πάντα ήθελα να δω στη ζωή μου» Τζ. Κάμερον
Και όντως, έχει τα πάντα. Μάχες στο διάστημα (star wars), βιοτεχνολογία, εξωγήινους, δράκους, μαγεία, παράξενους κόσμους ουτοπικούς, έναν ασύμβατο έρωτα a la Pocahontas, αιμοδιψείς στρατιωτικούς, παραδόπιστους καπιταλιστές, αλτρουισμό και αυτοθυσία. Και όλα αυτά σε τρεις διαστάσεις!
Το Άβαταρ παρουσιαζόταν ως η απόλυτη κινηματογραφική εμπειρία. Σε τρισδιάστατη προβολή ήταν μια εμπειρία πρωτόγνωρη – καθώς όλες οι προηγούμενες απόπειρες 3D ταινιών ήταν απογοητευτικές – και ίσως συναρπαστική. Άλλωστε τα όσκαρ που κέρδισε τελικώς ήταν αυτά της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, οπτικών εφέ και φωτογραφίας. Όμως ακόμη και η εξεζητημένη τεχνολογία δεν μπόρεσε να καλύψει το κενό που δημιουργούν το αδύναμο σενάριο, τα διαδοχικά κλισέ, η φλυαρία σε αρκετά σημεία κατά τη σχεδόν 3ωρη διάρκεια, που ήταν πιο έντονα για όσους είδαν την ταινία σε δύο διαστάσεις.
Αμέσως μετά το αίσιο τέλος, γεννούνται αβίαστα ερωτήματα. Ποιό είναι το νόημα της ταινίας; Θα εγκατέλειπαν οι γήινοι τόσο εύκολα μια πηγή αμύθητου κέρδους ή θα επανέλθουν σε ένα σήκουελ δριμύτεροι; Τι θα γινόταν αν δεν υπήρχε η «μαγεία» του εξωγήινου οικοσυστήματος; Και τι αν ο Jake εκτελουσε τις εντολές; Είναι μια ταινία για την οικολογική καταστροφή;
Πολλοί σύγκριναν τον πόλεμο στην Πανδώρα με τον πόλεμο στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, δίνοντάς της ένα αντιπολεμικό χαρακτήρα. Ο Κάμερον ποτέ δεν έκρυψε τον ουμανισμό και τη συμπάθειά του προς τους καταπιεσμένους. Στον Τιτανικό, με τους φτωχούς παστωμένους στα έγκατα του πλοίου από τη μια και με τις ανέσεις των αστών από την άλλη, μια νεαρή της υψηλής κοινωνίας και ένα εργατόπαιδο, ερωτεύονται με φόντο την τραγική βύθιση του πλοίου, μαζί με του οποίου το τέλος έρχεται και το τέλος του έρωτά τους. Εδώ όμως δεν υπάρχουν χαμένοι έρωτες, αλλά ένα οικοσύστημα που πρέπει να ξαναχτιστεί και μια φυλή ξεριζωμένη αλλά και νικήτρια. Για πόσο όμως; Μπορεί να αντιστάθηκαν και να κέρδισαν τη μάχη, ο εχθρός όμως αργά ή γρήγορα θα επανέλθει και πολύ πιθανό να κερδίσει τον πόλεμο.
Αν κάτι ξεχωριστό βγαίνει από το Άβαταρ, δεν είναι η κραυγή για την οικολογική καταστροφή, ούτε το αντιπολεμικό μήνυμα. Αλλά ότι αν οι ιμπεριαλιστές βάλουν ένα στόχο, δεν υπολογίζουν καμιά ζωή, καμιά οικολογική καταστροφή. Πόσο μάλλον στον πραγματικό κόσμο, που δεν κερδίζεται ένας πόλεμος από έναν άνθρωπο και δεν υπάρχει η μαγεία για να γείρει η ζυγαριά προς τους «καλούς» την έσχατη στιγμή.
Στον πλανήτη Γη, στην όχι και τόσο παραμυθένια Ινδία, διαδραματίζεται ένα άλλο Άβαταρ. Οι νότιοι λόφοι της ινδικής πολιτείας Ορίσσα, που κατοικούνται από τη φυλή Dongria Kondh, πωλήθηκαν σε μεταλλευτικές επιχειρήσεις που σχεδιάζουν να εκμεταλλευτούν τα τεράστια αποθέματα βωξίτη που έχουν, αξίας τουλάχιστον 4 τρισ. δολαρίων. Σε αντίδραση σε αυτό το πρόγραμμα, ξέσπασε μια οπλισμένη εξέγερση από τους μαοϊκούς αντάρτες, γνωστοί με το όνομα Ναξαλίτες. Δεν καβαλούν δράκους ούτε περιμένουν τον εχθρό να αυτομολήσει και να τους σώσει. Όπως γράφει η Αρουντάτι Ρόι, «Ο αγώνας τους για μια πιο αξιοπρεπή ζωή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στα μαοϊκά στελέχη που έχουν ζήσει, έχουν εργαστεί και έχουν παλέψει στο πλευρό τους για δεκαετίες. Εάν οι άνθρωποι αυτής της φυλής έχουν πάρει τα όπλα, αυτό έγινε επειδή η κυβέρνηση, που δεν τους έχει δώσει τίποτα άλλο παρά μόνο βία και παραμέληση, θέλει τώρα να τους αρπάξει το τελευταίο πράγμα που τους έχει απομείνει, τη γη τους. Πιστεύουν ότι εάν δεν παλέψουν για τη γη τους, θα αφανιστούν. Οι κουρελιασμένοι, υποσιτισμένοι στρατιώτες , πολλοί από τους οποίους δεν έχουν δει ποτέ ένα τραίνο ή ένα λεωφορείο ή έστω μια μικρή πόλη, παλεύουν μόνο για την επιβίωση.»
Όμως αντί για τη συμπαράσταση της κοινής γνώμης, ο αγώνας τους είτε θάβεται από τα διεθνή ΜΜΕ είτε κατασυκοφαντείται: «εξτρεμιστική αντίσταση στην πρόοδο», «κόκκινη τρομοκρατία» που για την καταπολέμησή της έχει εξαπολύσει η Ινδική κυβέρνηση την επιχείρηση «Πράσινο Κυνήγι»
Συμπερασματικά, το Άβαταρ φτιάχτηκε για να συγκινήσει τα φιλειρηνικά, ανθρωπιστικά γούστα μιας κοινωνίας που καταδικάζει τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται. Που μπορεί να συμπάσχει με τους ιθαγενείς της Πανδώρα αλλά όχι και της Ινδίας. Αντίθετα, όποιος αντιστέκεται στην «πρόοδο» και παίρνει τα όπλα για την επιβίωση αξίζει την απόρριψη και την εξόντωση.